Έφηβοι, πρότυπα και το “παραπέντε” που μας βρίσκει κάθε χρόνο

Κάθε χρόνο, λίγο πριν τις Πανελλήνιες, επαναλαμβάνεται μια γνώριμη εικόνα.
Γονείς ανήσυχοι, κουρασμένοι, συχνά φοβισμένοι, αναζητούν απαντήσεις. Ρωτούν για το άγχος, για τα όρια, για την πειθαρχία, για την οργάνωση του χρόνου. Ρωτούν, στην ουσία, πώς μπορούν να στηρίξουν το παιδί τους σε μια από τις πιο φορτισμένες περιόδους της εφηβείας.

Και η αγωνία αυτή είναι αληθινή.
Δεν είναι υπερβολή. Είναι φροντίδα.

Κι όμως, πίσω από όλα αυτά, κρύβεται μια πιο δύσκολη ερώτηση:
Γιατί θυμόμαστε να μάθουμε πώς να στηρίζουμε τα παιδιά μας στο “παραπέντε”;

Οι Πανελλήνιες δεν δημιουργούν το άγχος. Το φωτίζουν.
Δεν αλλάζουν ξαφνικά τα παιδιά. Απλώς φέρνουν στην επιφάνεια ό,τι ήδη έχει χτιστεί — ή δεν έχει χτιστεί — όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Γιατί η εφηβεία δεν είναι μια “επικίνδυνη φάση” που πρέπει να ελεγχθεί.
Είναι μια περίοδος έντασης, αναζήτησης, αμφισβήτησης. Μια περίοδος που τα παιδιά απομακρύνονται για να μπορέσουν να επιστρέψουν — πιο αυτόνομα, πιο συνειδητά.

Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς.
Χρειάζονται παρόντες γονείς.

Γονείς που αντέχουν το άγχος χωρίς να το μεταδίδουν.
Που δεν ταυτίζουν την αξία με την επίδοση.
Που μπορούν να ακούσουν χωρίς να διακόψουν, να καταλάβουν χωρίς να κρίνουν.

Και τι σημαίνει αυτό στην πράξη;

Σημαίνει να μπορείς να σταθείς δίπλα στο παιδί σου όταν αγχώνεται, χωρίς να προσθέτεις κι άλλο άγχος με τη δική σου ένταση. Να αντέχεις τη σιωπή του χωρίς να την γεμίζεις βιαστικά με συμβουλές. Να μην πανικοβάλλεσαι όταν δεν ανταποκρίνεται “όπως θα ήθελες”, αλλά να προσπαθείς να δεις τι κρύβεται πίσω από αυτή τη δυσκολία.

Σημαίνει να διαχωρίζεις το παιδί από την επίδοσή του.
Να μπορείς να πεις, έμπρακτα — όχι μόνο με λόγια — «η αξία σου δεν εξαρτάται από έναν βαθμό». Γιατί τα παιδιά δεν ακούν τόσο αυτό που λέμε, όσο αυτό που τελικά δείχνουμε ότι πιστεύουμε.

Σημαίνει, επίσης, να ακούς πραγματικά.
Όχι για να απαντήσεις. Αλλά για να καταλάβεις.
Να αφήνεις χώρο στο παιδί να εκφραστεί χωρίς τον φόβο ότι θα διορθωθεί, θα κριθεί ή θα απογοητεύσει.

Και εδώ, τα τελευταία χρόνια, εμφανίζεται μια πιο ύπουλη δυσκολία.

Ζούμε σε μια εποχή όπου τα κατορθώματα των παιδιών προβάλλονται διαρκώς.
Ένας καλός βαθμός, μια επιτυχία, μια διάκριση — γίνονται ανάρτηση, εικόνα, δημόσια επιβεβαίωση. Τα παιδιά, συχνά άθελά τους, μετατρέπονται σε “βιτρίνα” μιας οικογενειακής επιτυχίας.

Δεν είναι κακό να χαιρόμαστε.
Ούτε να είμαστε περήφανοι.

Αλλά υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στο «χαίρομαι για σένα» και στο «σε χρειάζομαι για να νιώθω περήφανος».

Όταν η αξία αρχίζει να εξαρτάται από το πώς φαίνεται προς τα έξω,
τότε απομακρυνόμαστε από κάτι βαθύτερο:
την εμπιστοσύνη στη φυσική πορεία της ανάπτυξης.

Στο δικαίωμα του παιδιού να γνωρίσει τον κόσμο χωρίς να πρέπει να αποδείξει κάτι.
Στο να αντέξει τη ματαίωση χωρίς να καταρρεύσει.
Στο να βαρεθεί, να αποτύχει, να ξαναπροσπαθήσει.

Γιατί η ωρίμανση δεν γίνεται με άλματα για να προλάβουμε προσδοκίες.
Δεν είναι αγώνας δρόμου.

Όπως σημείωνε ο Αριστοτέλης,
«Είμαστε αυτό που επαναλαμβάνουμε. Η αριστεία δεν είναι πράξη, αλλά συνήθεια.»

Και η γονεϊκότητα είναι ακριβώς αυτό:
όχι μια μεγάλη κίνηση την κρίσιμη στιγμή,
αλλά μια καθημερινή στάση.

Ένα βήμα τη φορά.

Κάποιες φορές τα παιδιά θα θελήσουν να τρέξουν πιο γρήγορα.
Άλλες φορές θα προσπαθήσουν να “πηδήξουν” στάδια.
Και εκεί δεν χρειάζονται έναν γονιό που θα τα πιέσει περισσότερο,
αλλά έναν γονιό που θα τα βοηθήσει να βρουν τον ρυθμό τους.

Αυτή η στάση δεν είναι χαλαρότητα.
Είναι εμπιστοσύνη.

Γιατί ένα παιδί που δεν μεγαλώνει για να αποδείξει,
αλλά για να ανακαλύψει,
έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει ένας ενήλικας που δεν φοβάται να είναι ο εαυτός του.

Αν υπάρχει κάτι που αξίζει να θυμόμαστε αυτή την περίοδο, είναι αυτό:
τα παιδιά μας δεν χρειάζονται να τα “σώσουμε” την τελευταία στιγμή.
Χρειάζονται να τα έχουμε συναντήσει πολύ πριν φτάσουν εκεί.

Και αν νιώθουμε ότι αργήσαμε;
Τότε δεν είναι η στιγμή για ενοχή.
Είναι η στιγμή για σύνδεση.

Γιατί ακόμη και στο “παραπέντε”,
ένα παιδί που νιώθει ότι κάποιος το καταλαβαίνει — όχι ότι το αξιολογεί —
έχει ήδη ένα σημείο να σταθεί.

Οι εξετάσεις θα τελειώσουν.
Τα αποτελέσματα θα ξεθωριάσουν.
Η ζωή θα συνεχιστεί.

Αυτό που μένει, όμως, είναι ο τρόπος που ένα παιδί έμαθε να βλέπει τον εαυτό του.

Και εκεί,
η δική μας παρουσία — όχι η τελειότητά μας — κάνει όλη τη διαφορά.

Ελίνα Τρωγάδα
B.Sc. Ψυχολόγος Ψυχοθεραπεύτρια
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας παιδιών , εφήβων ενήλικων
elinatr@yahoo.com

6978268826

Δημοφιλή Άρθρα

Σχετικά άρθρα

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here